προπάλαιος


προπάλαιος
-ον, ΜΑ
πολύ παλαιός, παμπάλαιος
μσν.
ο παλιότερος σε σύγκριση με κάποιον άλλο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προπάλαιος — very old masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπάλαιον — προπάλαιος very old masc/fem acc sg προπάλαιος very old neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαλαίου — προπάλαιος very old masc/fem/neut gen sg προπαλαιόω keep till old pres imperat act 2nd sg προπαλαιόω keep till old imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαλαίῳ — προπάλαιος very old masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπάλαιοι — προπάλαιος very old masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προ- — α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση πρό. Το προ συντίθεται με ονόματα, ρήματα και, σπανιότερα, με επιρρήματα και προσδίδει βασικά τη σημ. τής προτεραιότητας ως προς τον τόπο, τον χρόνο ή την τάξη …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.